comfit
com
ˈkʌm
καμ
fit
fɪt
φιτ
/kˈʌmfɪt/

Ορισμός και σημασία του "comfit"στα αγγλικά

01

γλυκά με ξηρούς καρπούς, ξηροί καρποί με ζάχαρη

a sweet made with nuts, seeds, and pieces of dried fruit, coated in sugar
comfit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comfits
to comfit
01

μετατρέπω σε γλύκισμα, καραμελώνω

make into a confection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
comfit
γ΄ ενικό πρόσωπο
confits
ενεστώτα μετοχή
confiting
απλός αόριστος
confited
παθητική μετοχή
confited
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store