Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comely
01
όμορφος, ευχάριστος στην εμφάνιση
(especially of a woman) having a pleasant and attractive appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
comeliest
συγκριτικός βαθμός
comelier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She possessed a comely appearance that drew admirers wherever she went.
Διέθετε μια γοητευτική εμφάνιση που έλκυνε θαυμαστές όπου κι αν πήγαινε.
02
κατάλληλος, πρέπων
proper, polite, or appropriate in behavior or appearance according to social standards
Παραδείγματα
It was considered comely for guests to bring a small gift.
Θεωρούνταν πρέπον οι επισκέπτες να φέρνουν ένα μικρό δώρο.
Λεξικό Δέντρο
comeliness
uncomely
comely
comel



























