Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comely
01
όμορφος, ευχάριστος στην εμφάνιση
(especially of a woman) having a pleasant and attractive appearance
Παραδείγματα
The garden was filled with comely flowers, their colors vibrant and petals delicate.
Ο κήπος ήταν γεμάτος με όμορφα λουλούδια, τα χρώματα τους ζωηρά και τα πέταλα τρυφερά.
02
κατάλληλος, πρέπων
proper, polite, or appropriate in behavior or appearance according to social standards
Παραδείγματα
Speaking out of turn was not seen as comely behavior.
Το να μιλάς εκτός σειράς δεν θεωρούνταν κατάλληλη συμπεριφορά.
Λεξικό Δέντρο
comeliness
uncomely
comely
comel



























