Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comeliness
01
ομορφιά, γοητεία
the quality of being good looking and attractive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
comeliness
comely
comel



























