Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come upon
01
συναντώ κατά λάθος, ανακαλύπτω τυχαία
to encounter someone or something unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes upon
ενεστώτα μετοχή
coming upon
απλός αόριστος
came upon
παθητική μετοχή
come upon
Παραδείγματα
As I was cleaning the attic, I came upon a dusty old trunk filled with family photographs.
Καθώς καθάριζα τη σοφίτα, συνάντησα μια παλιά σκονισμένη βαλίτσα γεμάτη με οικογενειακές φωτογραφίες.
02
καταλαμβάνω, πλημμυρίζω
(of a particular attitude or emotion) to start to influence an individual
Παραδείγματα
As the day progressed, a sense of unease came upon her, making it difficult to focus on her work.
Καθώς περνούσε η ημέρα, μια αίσθηση ανησυχίας την κυρίευσε, κάνοντάς της δύσκολο να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.
03
συμβαίνω σε, επέρχομαι
(particularly of something unfortunate or unexpected) to happen to someone
Παραδείγματα
Unforeseen financial troubles came upon him when he lost his job unexpectedly.
Απροσδόκητες οικονομικές δυσκολίες τον συνέβησαν όταν έχασε απροσδόκητα τη δουλειά του.
04
επιτίθεται αιφνιδιαστικά, προκαλώ έκπληξη
to suddenly and unexpectedly attack a person or thing
Παραδείγματα
As night fell, the enemy troops came upon the unsuspecting camp, launching a surprise attack.
Καθώς έπεφτε η νύχτα, τα εχθρικά στρατεύματα έπεσαν πάνω στην αφύλακτη κατασκήνωση, ξεκινώντας μια αιφνιδιαστική επίθεση.



























