Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
agitations
Παραδείγματα
The sudden policy change created widespread agitation within the organization.
Η ξαφνική αλλαγή πολιτικής δημιούργησε εκτεταμένη ταραχή εντός του οργανισμού.
02
αγώνας, ταραχή
disturbance usually in protest
03
διέγερση, ανακίνηση
the act of agitating something; causing it to move around (usually vigorously)
04
ταραχή, ανησυχία
the feeling of being agitated; not calm
05
ταραχή
a state of agitation or turbulent change or development



























