combustible
com
kəm
kēm
bus
ˈbʌs
bas
tible
tɪbl
tibl
comestible

Ορισμός και σημασία του "combustible"στα αγγλικά

01

καύσιμο

a substance that can be burned to provide heat or power 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
combustibles
combustible
01

εύφλεκτος, καύσιμος

able to ignite and burn with ease 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most combustible
συγκριτικός βαθμός
more combustible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The building materials used were highly combustible, raising concerns about fire safety. 

Τα υλικά κατασκευής που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ εύφλεκτα, γεγονός που έθεσε ζητήματα ασφάλειας από πυρκαγιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store