Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Columbarium
01
κολουμβάριο, νεκρόπολη σκυροδεμάτων
a structure or building with niches or compartments designed to hold the cremated remains of deceased individuals, serving as a final resting place or memorial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
columbaria
02
περιστερώνας, σπίτι για περιστέρια
a birdhouse for pigeons



























