Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to colorize
01
χρωματίζω
to add color to a black and white movie using computer techniques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
colorize
γ΄ ενικό πρόσωπο
colorizes
ενεστώτα μετοχή
colorizing
απλός αόριστος
colorized
παθητική μετοχή
colorized
Λεξικό Δέντρο
decolorize
discolorize
colorize
color



























