colonialism
Pronunciation
/kəˈɫoʊniəˌɫɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "colonialism"στα αγγλικά

01

αποικιοκρατία, αποικιακή πολιτική

the practice or policy of a nation controlling or ruling over foreign territories, often exploiting them economically and politically
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Colonialism involved the establishment of settlements and administration abroad.
Ο αποικιοκρατισμός περιλάμβανε τη δημιουργία οικισμών και διοίκησης στο εξωτερικό.

Λεξικό Δέντρο

colonialism
colonial
colon
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store