Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aggravated
01
προσβεβλημένος, εξοργισμένος
incited, especially deliberately, to anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aggravated
συγκριτικός βαθμός
more aggravated
διαβαθμίσιμο
02
επιδεινωμένος, επιβαρυντικός
made more serious or severe, especially in a legal situation
Παραδείγματα
He was charged with aggravated assault.
Κατηγορήθηκε για επιτεταγμένη επίθεση.
Λεξικό Δέντρο
aggravated
aggravate
aggrav



























