must-have
Pronunciation
/mˈʌsthæv/

Ορισμός και σημασία του "must-have"στα αγγλικά

01

απαραίτητο, αναγκαίο

something considered essential, highly desirable, or necessary to own, use, or experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
must-haves
Παραδείγματα
Strong passwords are a must-have for online security.
Οι ισχυροί κωδικοί πρόσβασης είναι απαραίτητοι για την ασφάλεια στο διαδίκτυο.
01

απαραίτητος, ουσιώδης

considered highly desirable, essential, or especially worth having
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The guide includes must-have apps for remote workers.
Ο οδηγός περιλαμβάνει απαραίτητες εφαρμογές για απομακρυσμένους εργαζόμενους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store