must-have
Pronunciation
/mˈʌsthæv/

Ορισμός και σημασία του "must-have"στα αγγλικά

01

απαραίτητο, αναγκαίο

something considered essential, highly desirable, or necessary to own, use, or experience 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
must-haves
Παραδείγματα
A waterproof jacket is a must-have for hiking in the mountains. 

Ένα αδιάβροχο μπουφάν είναι απαραίτητο για πεζοπορία στα βουνά.

01

απαραίτητος, ουσιώδης

considered highly desirable, essential, or especially worth having 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
desirability, necessity
Παραδείγματα
A lightweight jacket is a must-have item for spring travel. 

Ένα ελαφρύ μπουφάν είναι ένα απαραίτητο αντικείμενο για το ανοιξιάτικο ταξίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store