mustache
mus
ˈməs
mēs
tache
tɑ:ʃ
taash
moustache

Ορισμός και σημασία του "mustache"στα αγγλικά

01

μουστάκι, γενειάδα

hair that grows or left to grow above the upper lip 
mustache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mustaches
Παραδείγματα
He decided to grow a mustache to change his appearance. 

Αποφάσισε να αφήσει μουστάκι για να αλλάξει την εμφάνισή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store