Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
must
01
πρέπει, οφείλει
used to show that something is very important and needs to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
must
γ΄ ενικό πρόσωπο
must
Παραδείγματα
Students must submit their applications before the deadline.
Οι μαθητές πρέπει να υποβάλουν τις αιτήσεις τους πριν από την προθεσμία.
02
πρέπει, οφείλω
used to make a recommendation regarding someone or something
Παραδείγματα
You must try their homemade ice cream—it's incredible.
Πρέπει να δοκιμάσετε το σπιτικό παγωτό τους—είναι απίστευτο.
03
πρέπει, οφείλει
used to express a logical conclusion
Παραδείγματα
You must be tired after such a long trip.
Πρέπει να είσαι κουρασμένος μετά από ένα τόσο μακρύ ταξίδι.
Must
01
μυρωδιά μούχλας, αποπνικτική μυρωδιά
a stale, moldy, or damp smell or taste, especially from age or decay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The cellar had the unpleasant must of old wood and mildew.
Το κελάρι είχε την δυσάρεστη μυρωδιά μούχλας από παλιό ξύλο και υγρασία.
02
μούστος, μούστος σταφυλιού
freshly pressed grape juice that is undergoing or about to undergo fermentation in winemaking
Παραδείγματα
The winemaker stirred the must daily to ensure even fermentation.
Ο οινοποιός ανακάτευε τον μούστο καθημερινά για να διασφαλίσει ομοιόμορφη ζύμωση.
03
μια αναγκαιότητα, ένα απαραίτητο
something that is necessary to have or do
Παραδείγματα
Comfortable shoes are a must for anyone planning to hike the trail.
Άνετα παπούτσια είναι ένα must για όποιον σχεδιάζει να περπατήσει στο μονοπάτι.
must
01
υποχρεωτικός, απαραίτητος
strongly recommended or considered essential
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most must
συγκριτικός βαθμός
more must
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
This new restaurant is a must spot for food lovers.
Αυτό το νέο εστιατόριο είναι απαραίτητο για τους λάτρεις του φαγητού.



























