Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
must
01
πρέπει, οφείλει
used to show that something is very important and needs to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
must
γ΄ ενικό πρόσωπο
must
Παραδείγματα
Participants must complete the survey to provide valuable feedback.
Οι συμμετέχοντες πρέπει να συμπληρώσουν την έρευνα για να παρέχουν πολύτιμη ανατροφοδότηση.
02
πρέπει, οφείλω
used to make a recommendations regarding someone or something
Παραδείγματα
You must check out the view from the top floor.
Πρέπει οπωσδήποτε να δείτε τη θέα από τον τελευταίο όροφο.
03
πρέπει, οφείλει
used to express a logical conclusion
Παραδείγματα
They must have forgotten to call.
Πρέπει να ξέχασαν να τηλεφωνήσουν.
Must
01
μυρωδιά μούχλας, αποπνικτική μυρωδιά
a stale, moldy, or damp smell or taste, especially from age or decay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
A musty odor lingered in the closet after months of disuse.
Μια μυχωμένη μυρωδιά παρέμεινε στην ντουλάπα μετά από μήνες αχρηστίας.
02
μούστος, μούστος σταφυλιού
freshly pressed grape juice that is undergoing or about to undergo fermentation in winemaking
Παραδείγματα
The red must was rich in color and full of natural yeast.
Ο κόκκινος μούστος ήταν πλούσιος στο χρώμα και γεμάτος φυσικά μαγιά.
03
μια αναγκαιότητα, ένα απαραίτητο
something that is necessary to have or do
Παραδείγματα
A reliable internet connection is a must for remote work.
Μια αξιόπιστη σύνδεση στο διαδίκτυο είναι απαραίτητη για την εξ αποστάσεως εργασία.
must
01
υποχρεωτικός, απαραίτητος
strongly recommended or considered essential
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most must
συγκριτικός βαθμός
more must
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sunscreen is a must item when spending the day outdoors.
Το αντηλιακό είναι ένα απαραίτητο αντικείμενο όταν περνάς την ημέρα στο ύπαιθρο.



























