wind chill
wind
wɪnd
vind
chill
ʧɪl
chil

Ορισμός και σημασία του "wind chill"στα αγγλικά

01

αίσθηση ψύχους, αισθητή θερμοκρασία

the extra cold feeling caused by wind combined with low temperature 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The wind chill made the winter morning feel freezing. 

Ο ψυχρός άνεμος έκανε το χειμωνιάτικο πρωί να φαίνεται παγωμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store