Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colonel general
01
στρατηγός σώματος στρατού, στρατηγός
a very high-ranking army officer who commands multiple regiments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colonel generals
Παραδείγματα
The colonel general played a key role in planning large-scale military campaigns.
Ο αντιστράτηγος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό εκτεταμένων στρατιωτικών εκστρατειών.



























