colonel general
colo
ˈkɜ:
nel
nəl
nēl
ge
ʤɛ
je
ne
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "colonel general"στα αγγλικά

Colonel general
01

στρατηγός σώματος στρατού, στρατηγός

a very high-ranking army officer who commands multiple regiments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colonel generals
Παραδείγματα
The colonel general spoke to the officers. 

Ο αντιστράτηγος μίλησε στους αξιωματικούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store