switched
Pronunciation
/ˈswɪtʃt/

Ορισμός και σημασία του "switched"στα αγγλικά

01

συνδεδεμένος, ενημερωμένος

aware of and interested in new ideas or what is happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most switched on
συγκριτικός βαθμός
more switched on
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Professionals must remain switched on to industry trends to stay competitive.
Οι επαγγελματίες πρέπει να παραμένουν ενήμεροι για τις τάσεις του κλάδου για να παραμένουν ανταγωνιστικοί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store