Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
switched
01
συνδεδεμένος, ενημερωμένος
aware of and interested in new ideas or what is happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most switched on
συγκριτικός βαθμός
more switched on
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He is switched on and learns new things quickly.
Είναι συντονισμένος και μαθαίνει γρήγορα νέα πράγματα.
Λεξικό Δέντρο
switched
switch



























