Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
switched
01
συνδεδεμένος, ενημερωμένος
aware of and interested in new ideas or what is happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most switched on
συγκριτικός βαθμός
more switched on
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Professionals must remain switched on to industry trends to stay competitive.
Οι επαγγελματίες πρέπει να παραμένουν ενήμεροι για τις τάσεις του κλάδου για να παραμένουν ανταγωνιστικοί.
Λεξικό Δέντρο
switched
switch



























