to stoke up
stoke
stəʊk
stewk
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "stoke up"στα αγγλικά

to stoke up
01

γεμίζω το στομάχι, τρώω ασταμάτητα

to eat or drink a large amount, especially to keep from feeling hungry later 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
stoke
ενεστώτας
stoke up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stokes up
ενεστώτα μετοχή
stoking up
απλός αόριστος
stoked up
παθητική μετοχή
stoked up
Παραδείγματα
He stoked up on eggs and toast before the hike. 

Γέμισε με αυγά και τοστ πριν από την πεζοπορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store