shaming
shaming
ʃe‌ɪmɪng
sheiming
shavingsharingshakingshading

Ορισμός και σημασία του "shaming"στα αγγλικά

01

ντροπιαστικός, ταπεινωτικός

causing someone to feel embarrassed or humiliated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaming
συγκριτικός βαθμός
more shaming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It was a shaming experience to fail in front of everyone. 

Ήταν μια ντροπιαστική εμπειρία να αποτύχω μπροστά σε όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store