shaming
sha
ˈʃeɪ
shei
ming
mɪng
ming
/ʃˈe‌ɪmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "shaming"στα αγγλικά

01

ντροπιαστικός, ταπεινωτικός

causing someone to feel embarrassed or humiliated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaming
συγκριτικός βαθμός
more shaming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The article described the politician's actions in a shaming way.
Το άρθρο περιέγραψε τις ενέργειες του πολιτικού με ντροπιαστικό τρόπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store