Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rip into
01
ασκώ σφοδρή κριτική, επιπλήττω αυστηρά
to angrily criticize someone and express strong disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
rip
ενεστώτας
rip into
γ΄ ενικό πρόσωπο
rips into
ενεστώτα μετοχή
ripping into
απλός αόριστος
ripped into
παθητική μετοχή
ripped into
Παραδείγματα
They ripped into the politician for breaking promises.
Αυτοί επέπεσαν στον πολιτικό για το σπάσιμο υποσχέσεων.



























