majority whip
Pronunciation
/mədʒˈɔːɹɪɾi wˈɪp/

Ορισμός και σημασία του "majority whip"στα αγγλικά

01

μάστιγα της πλειοψηφίας, επικεφαλής της πλειοψηφίας

a member of the largest party in Congress who persuades party members to vote according to party positions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
majority whips
Παραδείγματα
She works as the majority whip in the House of Representatives.
Εργάζεται ως αναπληρωτής αρχηγός της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store