Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Constitutionality
01
συνταγματικότητα, συνταγματική εγκυρότητα
the state of being allowed or valid under a country's constitution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court reviewed the constitutionality of the new law.
Το δικαστήριο εξέτασε τη συνταγματικότητα του νέου νόμου.
Λεξικό Δέντρο
constitutionality
constitute



























