Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Policymaking
01
διαμόρφωση πολιτικής, σχεδιασμός πολιτικής
the process of creating rules, plans, or policies, especially in government or organizations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Policymaking is an important responsibility of the government.
Διαμόρφωση πολιτικής είναι μια σημαντική ευθύνη της κυβέρνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
policymaking
policy
making



























