Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to collide
01
συγκρούομαι, προσκρούω
to come into sudden and forceful contact with another object or person
Intransitive: to collide | to collide with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
collide
γ΄ ενικό πρόσωπο
collides
ενεστώτα μετοχή
colliding
απλός αόριστος
collided
παθητική μετοχή
collided
Παραδείγματα
The two cars collided at the intersection, resulting in a minor accident.
Τα δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα ένα μικρό ατύχημα.
02
συγκρούομαι, προσκρούω
to cause two or more things to come into forceful contact
Transitive: to collide two things | to collide sth with sth
Παραδείγματα
The storm collided the waves with the shore, causing significant erosion.
Η καταιγίδα σύγκρουσε τα κύματα με την ακτή, προκαλώντας σημαντική διάβρωση.
03
συγκρούομαι, διαφωνώ
(of people, their opinions, ideas, etc.) to seriously disagree
Intransitive
Παραδείγματα
Their ideas about how to handle the project collided, causing a delay in progress.
Οι ιδέες τους για το πώς να χειριστούν το έργο συγκρούστηκαν, προκαλώντας καθυστέρηση στην πρόοδο.
Λεξικό Δέντρο
collider
collide



























