Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Operations room
01
αίθουσα επιχειρήσεων, κέντρο επιχειρήσεων
a room where police or military activities are monitored and coordinated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
operations rooms
Παραδείγματα
Officers reported to the operations room for instructions.
Οι αξιωματικοί ανέφεραν στην αίθουσα επιχειρήσεων για οδηγίες.



























