conwoman
con
kən
kēn
wo
ˈwʊ
voo
man
mən
mēn
woman

Ορισμός και σημασία του "conwoman"στα αγγλικά

01

απατεώνισσα, κομπίνα

a woman who tricks people to get their money or valuables 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conwomen
Παραδείγματα
The conwoman stole his money. 

Η απατεώνισσα έκλεψε τα χρήματά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store