criminal damage
cri
ˈkrɪ
kri
mi
mi
nal
nəl
nēl
da
mage
mɪʤ
mij
/kɹˈɪmɪnəl dˈamɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "criminal damage"στα αγγλικά

Criminal damage
01

εγκληματική ζημία, σκόπιμη καταστροφή περιουσίας

the act of damaging someone else's property on purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court assessed the extent of criminal damage before deciding the punishment.
Το δικαστήριο αξιολόγησε την έκταση της εγκληματικής ζημίας πριν αποφασίσει την ποινή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store