Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Criminal damage
01
εγκληματική ζημία, σκόπιμη καταστροφή περιουσίας
the act of damaging someone else's property on purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He caused criminal damage to the car.
Προκάλεσε ποινική ζημία στο αυτοκίνητο.



























