collectable
co
llec
ˈlɛk
lek
table
təbl
tēbl
collectible

Ορισμός και σημασία του "collectable"στα αγγλικά

01

συλλεκτικό αντικείμενο, αντικείμενο συλλογής

an item considered valuable by collectors, often due to rarity, age, or special appeal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collectables
Παραδείγματα
His collection includes several rare sports collectables. 

Η συλλογή του περιλαμβάνει πολλά σπάνια αθλητικά συλλεκτικά αντικείμενα.

collectable
01

εξοφλητέο, εισπρακτέο

due to be paid or received, often in the context of a payment or debt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bill is now collectable since the payment date has passed. 

Ο λογαριασμός είναι τώρα εξόφληση καθώς η ημερομηνία πληρωμής έχει περάσει.

02

συλλεκτικό

worthy of being collected, often because of rarity, value, or special interest 
Παραδείγματα
The limited-edition coins are highly collectable due to their rarity. 

Τα νομίσματα περιορισμένης έκδοσης είναι πολύ συλλεκτικά λόγω της σπανιότητάς τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store