payable
payable
peɪəbl
peiebl
parableplayable

Ορισμός και σημασία του "payable"στα αγγλικά

01

πληρωτέος, οφειλόμενος

(of money)  due to be paid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, obligation, transactions
Παραδείγματα
The monthly rent is payable by the first day of each month. 

Ο μηνιαίος ενοίκιος είναι πληρωτέος την πρώτη ημέρα κάθε μήνα.

01

λογαριασμός πληρωτέος, χρέος

a liability account showing how much is owed for goods and services purchased on credit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
payables

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

repayable
payable
pay
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store