collateral damage
Pronunciation
/kəlˈæɾɚɹəl dˈæmɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "collateral damage"στα αγγλικά

Collateral damage
01

παρενέργειες ζημιές, ακούσιες αρνητικές συνέπειες

unintended negative consequence or harm resulting from an action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The merger went smoothly, but some departments faced collateral damage.
Η συγχώνευση προχώρησε ομαλά, αλλά ορισμένα τμήματα αντιμετώπισαν παρενέργειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store