Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to collate
01
συγκρίνω, αντιπαραβάλλω
to compare different pieces of information and examine them to find their differences
Transitive: to collate pieces of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
collate
γ΄ ενικό πρόσωπο
collates
ενεστώτα μετοχή
collating
απλός αόριστος
collated
παθητική μετοχή
collated
Παραδείγματα
He spent hours collating the results of the survey to identify key findings.
Πέρασε ώρες συγκρίνοντας τα αποτελέσματα της έρευνας για να εντοπίσει βασικά ευρήματα.
02
ταξινομώ, οργανώνω
to arrange things in the proper format or order
Transitive: to collate sth
Παραδείγματα
The students collated their notes in preparation for the exam.
Οι μαθητές διέταξαν τις σημειώσεις τους ως προετοιμασία για τις εξετάσεις.
Λεξικό Δέντρο
collation
decollate
collate



























