Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to collate
01
συγκρίνω, αντιπαραβάλλω
to compare different pieces of information and examine them to find their differences
Transitive: to collate pieces of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
collate
γ΄ ενικό πρόσωπο
collates
ενεστώτα μετοχή
collating
απλός αόριστος
collated
παθητική μετοχή
collated
Παραδείγματα
I need some time to collate the data from the surveys and compare the responses to identify any trends or patterns.
Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να συγκρίνω τα δεδομένα από τις έρευνες και να συγκρίνω τις απαντήσεις για να εντοπίσω τάσεις ή μοτίβα.
02
ταξινομώ, οργανώνω
to arrange things in the proper format or order
Transitive: to collate sth
Παραδείγματα
As part of the publishing process, the editor will collate the manuscript to ensure that the pages are in the right order.
Ως μέρος της διαδικασίας δημοσίευσης, ο επιμελητής θα συγκεντρώσει το χειρόγραφο για να διασφαλίσει ότι οι σελίδες είναι στη σωστή σειρά.
Λεξικό Δέντρο
collation
decollate
collate



























