Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collapsible shelter
01
πτυσσόμενο καταφύγιο, αποσπώμενο καταφύγιο
a portable shelter (usually of canvas stretched over supporting poles and fastened to the ground with ropes and pegs)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collapsible shelters



























