shirtlifter
shirt
ˈʃɜ:t
σερτ
lif
ˌlɪf
λιφ
ter
τα
shirt-lifter
shirt lifter

Ορισμός και σημασία του "shirtlifter"στα αγγλικά

01

πουστης, ομοφυλόφιλος άνδρας

a male homosexual 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
shirtlifters
αρσενικό ενικό
shirtlifter
neutral form
homosexual
Παραδείγματα
Everyone noticed the shirtlifter walking down the street confidently. 

Όλοι παρατήρησαν τον πουστή που περπατούσε στο δρόμο με αυτοπεποίθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store