Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitfag
01
σκατόπουστης, σκατόπουστρα
a gay man
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
shitfags
αρσενικό ενικό
shitfag
neutral form
gay person
Παραδείγματα
Everyone groaned when someone muttered shitfag at the party.
Όλοι βόγκηξαν όταν κάποιος μουρμούρισε πουστης στο πάρτι.



























