Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to troon out
01
πραγματοποιώ φυλετική μετάβαση, αλλάζω φύλο
to undergo gender transition
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
troon
ενεστώτας
troon out
γ΄ ενικό πρόσωπο
troons out
ενεστώτα μετοχή
trooning out
απλός αόριστος
trooned out
παθητική μετοχή
trooned out
Παραδείγματα
She decided to troon out after years of consideration.
Αποφάσισε να αλλάξει φύλο μετά από χρόνια σκέψης.



























