Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to troon out
[phrase form: troon]
01
πραγματοποιώ φυλετική μετάβαση, αλλάζω φύλο
to undergo gender transition
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
troon
ενεστώτας
troon out
γ΄ ενικό πρόσωπο
troons out
ενεστώτα μετοχή
trooning out
απλός αόριστος
trooned out
παθητική μετοχή
trooned out
Παραδείγματα
The student trooned out during college.
Ο φοιτητής έκανε τη μετάβαση φύλου κατά τη διάρκεια του κολεγίου.



























