Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tromp
01
περπατώ βαριά, κινώ με δυσκολία
to move heavily or clumsily, often with loud, heavy footsteps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tromp
γ΄ ενικό πρόσωπο
tromps
ενεστώτα μετοχή
tromping
απλός αόριστος
tromped
παθητική μετοχή
tromped



























