troon
troon
trun
τρουν
trogon

Ορισμός και σημασία του "troon"στα αγγλικά

01

τρανσέξουαλ, τρανσ άτομο

a person whose gender identity differs from the sex assigned at birth, usually a trans woman 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
troons
θηλυκό ενικό
troon
neutral form
trans person
Παραδείγματα
That troon laughed while telling her story at the café. 

Αυτός ο troon γέλασε ενώ διηγούνταν την ιστορία του στο καφέ.

to troon
01

μεταβαίνω, αλλάζω φύλο

to undertake social, medical, or legal steps to align one's body and presentation with one's gender identity 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
troon
γ΄ ενικό πρόσωπο
troons
ενεστώτα μετοχή
trooning
απλός αόριστος
trooned
παθητική μετοχή
trooned
Παραδείγματα
He decided to troon last year after careful planning. 

Αποφάσισε να κάνει μετάβαση πέρυσι μετά από προσεκτικό σχεδιασμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

troonism
troon
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store