Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Troon
01
τρανσέξουαλ, τρανσ άτομο
a person whose gender identity differs from the sex assigned at birth, usually a trans woman
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troons
Παραδείγματα
The troon carried drinks for the party.
Ο τροον έφερε ποτά για το πάρτι.
to troon
01
μεταβαίνω, αλλάζω φύλο
to undertake social, medical, or legal steps to align one's body and presentation with one's gender identity
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
troon
γ΄ ενικό πρόσωπο
troons
ενεστώτα μετοχή
trooning
απλός αόριστος
trooned
παθητική μετοχή
trooned
Παραδείγματα
He trooned with full medical guidance and support.
Έκανε troon με πλήρη ιατρική καθοδήγηση και υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
troonism
troon



























