collaborator
Pronunciation
/kəˈɫæbɝˌeɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "collaborator"στα αγγλικά

01

συνεργάτης, συνεπικουρός

someone who assists in a plot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collaborators
02

συνεργάτης, συνεργάτρια

someone who works with another person in order to create or produce something such as a book
03

συνεργάτης, προδότης

someone who collaborates with an enemy occupying force
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store