Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collaborator
01
συνεργάτης, συνεπικουρός
someone who assists in a plot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collaborators
02
συνεργάτης, συνεργάτρια
someone who works with another person in order to create or produce something such as a book
03
συνεργάτης, προδότης
someone who collaborates with an enemy occupying force
Λεξικό Δέντρο
collaborator
collaborate
collabor



























