double-gaited
double
dʌbəlgeɪtɪd
dabēlgeitid
gaited

Ορισμός και σημασία του "double-gaited"στα αγγλικά

double-gaited
01

ελκυστικός και για τα δύο φύλα, αμφιφυλόφιλος

sexually attracted to both men and women 
ευφημιστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most double-gaited
συγκριτικός βαθμός
more double-gaited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, orientation, identity
Παραδείγματα
He admitted he was double-gaited and didn't care who knew. 

Παραδέχτηκε ότι ήταν αμφιφυλόφιλος και δεν τον ενδιέφερε ποιος το ήξερε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store