Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pipsqueak
01
νάνος, ασήμαντο πρόσωπο
a person regarded as insignificant, weak, or easily overlooked
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pipsqueaks
Παραδείγματα
That pipsqueak tried to argue with the boss and failed.
Αυτός ο μηδενικός προσπάθησε να διαφωνήσει με το αφεντικό και απέτυχε.
Λεξικό Δέντρο
pipsqueak
pip
squeak



























