colic
co
ˈkɒ
ko
lic
lɪk
lik
comicconic

Ορισμός και σημασία του "colic"στα αγγλικά

01

κολικός, κολικός βρεφών

a condition in babies where they cry a lot and seem uncomfortable, usually because of stomach pain or gas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store