slunt
slunt
slʌnt
slant
stuntshuntslant

Ορισμός και σημασία του "slunt"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a promiscuous or sexually indiscriminate woman 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slunts
Παραδείγματα
He called her a slunt when she rejected him. 

Την αποκάλεσε πόρνη όταν τον απέρριψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store