Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fist fuck
01
φιστ-φάκινγκ, φιστ-φακ
a sexual practice involving insertion of the hand into the vagina or rectum
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fist fucks
Παραδείγματα
He brought up fist fucks like it was casual conversation.
Ανέφερε τα fist fuck σαν να ήταν μια απλή συζήτηση.
to fist fuck
01
φιστ-φακ, γαμώ με τη γροθιά
to insert the hand into the vagina or rectum as a sexual act
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fist fuck
γ΄ ενικό πρόσωπο
fist fucks
ενεστώτα μετοχή
fist fucking
απλός αόριστος
fist fucked
παθητική μετοχή
fist fucked
Παραδείγματα
He asked if she wanted to fist fuck and got kicked out.
Ρώτησε αν ήθελε fist-fuck και τον έδιωξαν.
LanGeek



























