whore bag
whore
ho:r
hor
bag
bæg
bāg

Ορισμός και σημασία του "whore bag"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a woman regarded as sexually promiscuous or morally loose 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
whore bags
θηλυκό ενικό
whore bag
neutral form
promiscuous person
Παραδείγματα
She strutted into the bar, the local gossip already whispering "whore bag." 

Μπήκε στο μπαρ με αλαζονεία, οι τοπικές φήμες ήδη ψιθύριζαν τσάντα πόρνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store