whore bag
whore
ho:r
hor
bag
bæg
bāg
/hˈɔː bˈaɡ/

Ορισμός και σημασία του "whore bag"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a woman regarded as sexually promiscuous or morally loose
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whore bags
Παραδείγματα
The whore bag winked and walked past without caring.
Η πόρνη έκλεισε το μάτι και πέρασε χωρίς να νοιάζεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store