Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wantwit
01
ανόητος, ηλίθιος
a person regarded as lacking intelligence or common sense
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wantwits
Παραδείγματα
The wantwit misread every instruction on the test.
Ο wantwit διάβασε λάθος κάθε οδηγία στο τεστ.
Λεξικό Δέντρο
wantwit
wan
twit



























