vaxhole
vax
ˈvaks
vaks
hole
həʊl
hewl

Ορισμός και σημασία του "vaxhole"στα αγγλικά

01

βαξχόλ, βαξχόλ

a person arrogant or self-righteous about their vaccination status 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vaxholes
Παραδείγματα
The vaxhole lectured everyone in line at the coffee shop. 

Ο vaxhole έδωσε διάλεξη σε όλους στην ουρά στο καφενείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store