twat face
twat
twat
tvat
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "twat face"στα αγγλικά

01

κουτά πρόσωπο, ηλίθιο πρόσωπο

a person treated with contempt or ridicule, often for arrogance or stupidity 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
twat faces
Παραδείγματα
He muttered twat face after the guy cut in line. 

Μουρμούρισε βλάκα πρόσωπο αφού ο τύπος έκοψε την ουρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store