trollface
troll
ˈtrəʊl
trewl
face
feɪs
feis
coalface

Ορισμός και σημασία του "trollface"στα αγγλικά

01

τρολ, προβοκάτορας στο διαδίκτυο

a person who provokes others online through deliberate stupidity or mockery 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trollfaces
Παραδείγματα
He posted that reply just to be a trollface. 

Δημοσίευσε αυτή την απάντηση μόνο για να είναι ένας τρολ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

trollface

troll

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store